Βραβεία Nobel Χημείας

nobel

Τα Βραβεία Nobel αποτελούν ένα σύνολο βραβείων που απονέμονται σε σημαντικούς ανθρώπους ως αναγνώριση των επιτευγμάτων τους στα γνωστικά πεδία της Φυσικής, της Χημείας, της Φυσιολογίας ή Ιατρικής, της Λογοτεχνίας και της Ειρήνης. Το 1968 θεσπίστηκε και το βραβείο των Οικονομικών Επιστημών. Τα πρώτα βραβεία δόθηκαν το 1901, πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του εμπνευστή τους Alfred Nobel, ο οποίος άφησε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του για τον σκοπό αυτό.

Ο Alfred Nobel ήταν γόνος πλούσιας οικογένειας που καταγόταν από την Σουηδία. Ο πατέρας του, Immanuel Nobel, ήταν βιομήχανος και μηχανικός που πειραματιζόταν με μεθόδους ανατίναξης πετρωμάτων. Από μικρή ηλικία, ο Alfred Nobel έδειξε την προτίμησή του για την χημεία, την φυσική αλλά και την λογοτεχνία και την ποίηση, γεγονός που δυσαρέστησε τον πατέρα του. Γι’ αυτόν το λόγο, αποφάσισε να στείλει τον νεαρό Alfred στο εξωτερικό προκειμένου να σπουδάσει χημικός μηχανικός. Στο Παρίσι, εργάστηκε στο εργαστήριο ενός διάσημου χημικού και εκεί γνώρισε τον Ascanio Sobrero, ο οποίος λίγα χρόνια νωρίτερα είχε συνθέσει για πρώτη φορά νιτρογλυκερίνη. Ο Alfred Nobel, τελειοποίησε τον τρόπο παρασκευής της νιτρογλυκερίνης, δημιούργησε τον δυναμίτη και ανακάλυψε τρόπους με τους οποίους η εκρηκτική ύλη μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στον κατασκευαστικό τομέα. Κατά την διάρκεια της ζωής του έλαβε πολλά διπλώματα ευρεσιτεχνίας και αποτέλεσε έναν από τους πλουσιότερους ανθρώπους της εποχής του. Οι τομείς για τους οποίους θέσπισε τα βραβεία Nobel αντανακλούν τα ενδιαφέροντα και τις ανησυχίες του.

Το πρώτο Nobel Χημείας δόθηκε το 1901 και μέχρι φέτος έχουν λάβει το συγκεκριμένο βραβείο περισσότεροι από 170 επιστήμονες ως επιβράβευση για το έργο τους. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι μεταξύ του 1901 και του 1950, το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων, που ήταν υποψήφιοι για το Nobel Χημείας, προερχόταν από την Γερμανία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία. Αυτό προδίδει την ανάπτυξη που γνώριζαν αυτές οι χώρες σε σχέση με τις υπόλοιπες. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Georges Urbain, Γάλλος χημικός, προτάθηκε 56 φορές για το βραβείο μεταξύ των ετών 1901-1950, για την ανακάλυψη του χημικού στοιχείου Λουτήτιου, ωστόσο ποτέ δεν κέρδισε το Nobel. Παράλληλα, ο Walther Nernst, Γερμανός φυσικοχημικός, ήταν υποψήφιος 76 φορές για το βραβείο, το οποίο τελικά κέρδισε το 1920 για την συμβολή του στη θερμοδυναμική των χημικών αντιδράσεων. Τέλος, μεταξύ των ετών που αναφέρθηκαν και παραπάνω, μόνο 7 γυναίκες ήταν υποψήφιες, από τις οποίες δύο κατάφεραν να κερδίσουν το βραβείο, η Marie Curie το 1911 και η Irene JoliotCurie, κόρη της προαναφερθείσας, το 1935.

Η Marie Curie ήταν η πρώτη γυναίκα που κέρδισε βραβείο Nobel και η πρώτη επιστήμονας που κέρδισε δύο βραβεία. Το 1903 κέρδισε μαζί με τον σύζυγό της, Pierre Curie, το Nobel Φυσικής για τη μελέτη τους στο κομμάτι της ραδιενέργειας και το 1911 βραβεύθηκε με το Nobel Χημείας για την ανακάλυψη δύο νέων χημικών στοιχείων, του πολωνίου και του ραδίου. Η κόρη της, Irene JoliotCurie, σπούδασε φυσικός και κέρδισε μαζί με τον σύζυγό της και μαθητή της μητέρας της, Frederic Joliot, το Nobel Χημείας το 1935 για την σύνθεση νέων ραδιενεργών στοιχείων. Η Marie Curie, ήταν η πρώτη γυναίκα στην οποία παραχωρήθηκε έδρα στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης και κατά την διάρκεια του πολέμου, στήριξε τον στρατό της Γαλλίας παραχωρώντας τα χρήματα που κέρδισε από το βραβείο για την δημιουργία ακτινολογικών θαλάμων. Ωστόσο, η μακρόχρονη έκθεσή της στην ραδιενέργεια και η έλλειψη στοιχειωδών προστατευτικών μέσων – κουβαλούσε φιαλίδια με ράδιο στις τσέπες της- την οδήγησαν στο θάνατο, ηττημένη από απλαστική αναιμία. Η Marie Curie, ενταφιάστηκε δίπλα στον σύζυγό της στο μαυσωλείο Πάνθεον, την τελευταία κατοικία όλων των εξαίρετων ανδρών της Γαλλίας. Προς τιμήν της, το όνομά της δόθηκε σε μονάδα μέτρησης της ραδιενέργειας (Ci) και στο τεχνητό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 96, το κιούριο.

Μία άλλη σημαντική προσωπικότητα που κέρδισε δύο βραβεία Nobel, ήταν ο Linus Pauling, ο οποίος κέρδισε το 1954 το βραβείο Nobel Χημείας για την έρευνά του πάνω στη φύση του χημικού δεσμού και την εφαρμογή της στη διαλεύκανση της δομής των σύνθετων ουσιών. Παράλληλα, το 1962 κέρδισε το Nobel Ειρήνης για το ακτιβιστικό του έργο ενάντια στην χρήση των πυρηνικών εξοπλισμών. Εκείνος εισήγαγε τις έννοιες της ηλεκτραρνητικότητας, της μεσομέρειας και του υβριδισμού των ατομικών τροχιακών. Επιπλέον, ανακάλυψε την ελικοειδή δομή που έχει η πολυπεπτιδική αλυσίδα και μαζί με τους συνεργάτες του κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η δρεπανοκυτταρική αναιμία είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένης γονιδιακής μετάλλαξης. Η ειρηνιστική του δράση ξεκίνησε αμέσως μετά τον βομβαρδισμό της Χιροσίμα και παρόλο που βρήκε αρκετούς επιστήμονες συμμάχους στον αγώνα του κατά των πυρηνικών όπλων, απέκτησε και πολλούς εχθρούς. Ο Linus Pauling θεωρούσε πως η βιταμίνη C ήταν πανάκεια εναντίον οποιασδήποτε ασθένειας και ιδιαίτερα εναντίον του καρκίνου. Ως εκ τούτου, όταν η σύζυγός του διαγνώστηκε με καρκίνο του στομάχου, ο Pauling αρνήθηκε κάθε ιατρική βοήθεια και διακήρυξε ότι θα τη θεράπευε μόνος του με μεγάλες δόσεις βιταμίνης C. Η σύζυγός του εν τέλει πέθανε, με ορισμένους γιατρούς να υποστηρίζουν ότι η υπερκατανάλωση βιταμίνης C ίσως να επιτάχυνε το θάνατό της. Αντίστοιχη κατάληξη είχε και ο ίδιος ο Linus Pauling, ο οποίος παρά τις μεγάλες δόσεις βιταμίνης C που κατανάλωνε για δεκαετίες, διαγνώστηκε με καρκίνο και πέθανε το 1994.

Στην ιστορία την βραβείων Nobel Χημείας, αξιοσημείωτες είναι δύο αμφιλεγόμενες βραβεύσεις εξαιτίας της καταστροφικής εφαρμογής των ανακαλύψεων. Το 1918 ο Γερμανός επιστήμονας Fritz Haber κερδίζει το βραβείο για τη μέθοδο σύνθεσης της αμμωνίας, γεγονός που οδήγησε στην εύκολη παραγωγή λιπασμάτων αλλά και εκρηκτικών υλών. Γι’ αυτόν το λόγο, θεωρείται ο «πατέρας των χημικών όπλων» και επιπλέον επειδή συνέβαλε στην χρήση δηλητηριωδών αερίων, κυρίως χλωρίου, κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μάλιστα ο Haber ήταν παρών στο πεδίο μάχης προκειμένου να εξασφαλίσει την ασφαλή για τους Γερμανούς στρατιώτες απελευθέρωση των αερίων. Τέλος, κατά την δεκαετία του 1920, εργάστηκε για την ανάπτυξη ενός προϊόντος υδροκυανίου, γνωστό ως «Κυκλώνας Β», το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως μέσο εξόντωσης κρατουμένων στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μία άλλη αμφιλεγόμενη βράβευση, ήταν εκείνη του Γερμανού επιστήμονα Otto Hahn, ο οποίος βραβεύθηκε το 1944 για την ανακάλυψη της σχάσης βαρέων πυρήνων. Παρόλο που αντιτάχθηκε εξ αρχής στην ανάπτυξη των πυρηνικών όπλων, η ανακάλυψή του οδήγησε άμεσα στην κατασκευή της πυρηνικής βόμβας. Τραγική ειρωνεία αποτελεί το γεγονός ότι έλαβε το βραβείο του λίγους μήνες μετά την ρίψη των πυρηνικών βομβών στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι.

Φέτος το Nobel Χημείας μοιράστηκαν τρεις επιστήμονες, ο Σκοτσέζος Fraser Stoddart, ο Γάλλος Jean-Pierre Sauvage και ο Ολλανδός Bernard Feringa, για τον σχεδιασμό και την σύνθεση μοριακών μηχανών. Ειδικότερα, οι τρεις Ευρωπαίοι επιστήμονες κατάφεραν να δημιουργήσουν τη μικρότερη μηχανή του κόσμου, η οποία είναι χίλιες φορές λεπτότερη από μία ανθρώπινη τρίχα. Η σουηδική ακαδημία επιστημών, που απένειμε το βραβείο, τόνισε ότι η εφεύρεση αυτή δίνει νέες διαστάσεις στον τομέα της χημείας και επιτρέπει την ανάπτυξη νέων υλικών, αισθητήρων και συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας. Μάλιστα, η ακαδημία παραλλήλισε τη μηχανή αυτή με τους πρώτους ηλεκτρικούς κινητήρες της δεκαετίας του 1830, θέλοντας να τονίσει τις τεράστιες δυνατότητες που παρουσιάζει για το μέλλον.